ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ
Η Σαντορίνη, μαζί με τη Νίσυρο, είναι τα δύο νεότερα και πλέον ενεργά ηφαίστεια της περιοχής του Αιγαίου. Αρχίζει να οικοδομείται πριν περίπου 700.000 χρόνια. Τα τελευταία 360.000 χρόνια, τα μεγάλα ασπιδόμορφα ηφαίστεια από βασάλτη και τα συμπλέγματα θόλων και παχιών ρευμάτων λάβας από ρυοδακίτη, που δημιουργούνται από τη συνεχή ήπια ηφαιστειακή δράση, καταστρέφονται κάθε περίπου 30.000 χρόνια από μία τεράστια έκρηξη του ηφαιστείου. Δώδεκα τέτοιες εκρήξεις έχουν καταγραφεί στη Σαντορίνη. Η έκρηξη της Ύστερης εποχής του Χαλκού έδωσε στο νησιώτικο σύμπλεγμα τη σημερινή του μορφή (Θήρα, Θηρασία, Ασπρονήσι) δημιουργώντας μια μεγαλοπρεπή καλδέρα, η οποία κατακλύσθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της από τη θάλασσα, συνθέτοντας ένα μοναδικού κάλλους και γεωλογικής σπουδαιότητας τοπίο.
Η τελευταία και πιο γνωστή, εκδηλώθηκε το 1614 π.Χ., κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, την εποχή που στη Σαντορίνη άνθιζε ένας λαμπρός πολιτισμός, παρόμοιος με αυτόν της Μινωικής Κρήτης. Για το λόγο αυτό, καθώς και γιατί λαθεμένα σχετίστηκε αυτή η έκρηξη με τη δύση του Μινωικού πολιτισμού στην Κρήτη, αναφέρεται και ως «Μινωική». Είναι πιθανά η μεγαλύτερη έκρηξη ηφαιστείου που έζησε ο άνθρωπος τα τελευταία 10.000 χρόνια. Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκαλύπτει τα τελευταία 40 χρόνια, στη θαμμένη από την ηφαιστειακή τέφρα της έκρηξης προϊστορική πόλη του Ακρωτηρίου, θαυμαστά ευρήματα και συσσωρεύει πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση των τότε κατοίκων της Σαντορίνης.
Ένα άλλο πολυσυζητημένο θέμα, στο οποίο έχει εμπλακεί η «Μινωική» έκρηξη της Σαντορίνης, είναι αυτό της υπόθεσης της Ατλαντίδας. Μελετητές του απώτερου παρελθόντος, φιλόσοφοι και κοινωνικοί ψυχολόγοι έχουν επαρκώς τεκμηριώσει ότι οι μεγάλες φυσικές καταστροφές καταγράφονται στην προϊστορική περίοδο ως μύθοι, στους οποίους προστίθενται θρησκευτικά και ιδεολογικά στοιχεία.
Έτσι π.χ., οι μεγάλες κλιματικές αλλαγές και η ταχεία άνοδος της στάθμης της θάλασσας, από 135 μέτρα κάτω από τη σημερινή πριν 19.000 χρόνια σε 1 μέτρο κάτω από τη σημερινή πριν 3.000 χρόνια, έχει καταγραφεί στην «κοινή συλλογική μνήμη» του ανθρώπινου είδους ως ο «κατακλυσμός». Περιγράφεται δε σε αντίστοιχους μύθους δεκάδων πολιτισμών όλης της υφηλίου όπως του Δευκαλίωνα και της Πύρας των Ελλήνων, του Νώε των Εβραίων κ.α..
Είναι για αυτό απορίας άξιο το ότι στην ελληνική Μυθολογία δεν υπάρχει καμιά αναφορά που να παραπέμπει άμεσα στη μεγάλη έκρηξη και καταστροφή της Σαντορίνης. Υπάρχουν βέβαια πλήθος στοιχεία εμπνευσμένα από την ηφαιστειακή δράση, όχι όμως κάποια ευθεία αναφορά όπως π.χ. για τη Νίσυρο και τον Πολυβώτη ή την Αίτνα και τον Τυφωέα. Η πλησιέστερη έμμεση αναφορά στη μυθολογία αφορά τον γίγαντα Τάλω, ο οποίος προστατεύει την Κρήτη, αποκρούοντας τα πυρακτωμένα αναβλήματα που εκτοξεύονται εναντίον της.
Με βάση τα παραπάνω, μια σειρά επιστήμονες θεωρούν ότι η υπόθεση της Ατλαντίδας του Πλάτωνα πλάθεται με έναυσμα την κοινή συλλογική μνήμη για την καταστροφή της Σαντορίνης και του πολιτισμού της από τη «Μινωική» έκρηξη. Ο σεισμολόγος Άγγελος Γαλανόπουλος, με ένα περίφημο άρθρο του το 1960, παραθέτει μια σειρά ισχυρά επιχειρήματα για την ταύτιση της Ατλαντίδας με τη Σαντορίνη. Έκτοτε, η υπόθεση αυτή καθίσταται από τις πλέον ισχυρότερες. Μέχρι σήμερα, η Σαντορίνη και ευρύτερα ο χώρος του Νοτίου Αιγαίου, θεωρείται από όσους αντιμετωπίζουν την υπόθεση της Ατλαντίδας ως επιστημονικά πιθανή, ένας από τους πλέον πιθανούς χώρους ύπαρξής της.
Πέρα από αυτή την καθοριστικής σημασίας υπηρεσία στην ανθρωπότητα με τη διατήρηση του οικισμού της ΥΕΧ στο Ακρωτήρι, η τέφρα της «Μινωικής» έκρηξης, που σκέπασε Θήρα, Θηρασία και Ασπρονήσι με δεκάδες μέτρα ελαφρόπετρας και λεπτής λευκής στάχτης (η άσπα των Θηραίων), συνέβαλε καθοριστικά σε πλήθος άλλες πλευρές της ζωής των Σαντορινιών:
Η ύπαρξή της καθιερώνει ως κύρια κατοικία το υπόσκαφο. Η προέκταση του υπόσκαφου πέραν της τέφρας απαιτεί κατασκευή θόλου, η οποία υποστηρίζεται κατασκευαστικά από τα ακανόνιστης μορφής τεμάχη λάβας που βρίθουν μέσα στα στρώματα της τέφρας. Έτσι η ύπαρξη της τέφρας καθορίζει την αρχιτεκτονική του χώρου.
Η τέφρα χρησιμοποιείται επίσης εκτενώς για την παραγωγή των επιχρισμάτων σε οικίες και στέρνες: Αναμιγνύοντας ηφαιστειακή στάχτη και ασβέστη παράγεται ένα αποτελεσματικό τσιμέντο, γνωστό σήμερα με τη Ρωμαϊκή του ονομασία «ποτσολάνα», με πολύ καλές υδραυλικές ιδιότητες. Αυτό χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τη νεολιθική εποχή ως τα μέσα του 19ου αιώνα. Τα τοιχώματα της διώρυγας του Σουέζ σταθεροποιήθηκαν με τέτοιο τσιμέντο, χρησιμοποιώντας την ηφαιστειακή στάχτη της Σαντορίνης. Η «άσπα», ως εξαγώγιμο υλικό στήριξε καθοριστικά την οικονομία της Σαντορίνης τον 19ο και 20ο αιώνα.
Οι γυμνές από υψηλή βλάστηση πλαγιές και ο αέρας που μεταφέρει εύκολα την ελαφρόπετρα, υποβάλλοντας σε συνεχή αμμοβολή τα φυτά, αναγκάζουν τους Σαντορινιούς να εφεύρουν την καλλιέργεια του αμπελιού σε κοφινοειδή μορφή.
Μετά την τελευταία μεγάλη έκρηξη η ηφαιστειακή δραστηριότητα συνέχισε με ήπια εκρηκτική και εξωθητική δράση στο κέντρο της καλδέρας, οικοδομώντας ένα υποθαλάσσιο βουνό. Η κορυφή αυτού του βουνού αναδύεται πρώτη φορά με την έκρηξη του 197 π.Χ. Από τότε έως σήμερα οκτώ ακόμη ήπιες εκρήξεις οικοδόμησαν τα νησιά της Παλαιάς και Νέας Καμένης. Η τελευταία έκρηξη εκδηλώθηκε το 1950, δημιουργώντας στη Νέα Καμένη τη νεότερη χέρσο της ανατολικής Μεσογείου.
Στη Σαντορίνη η χλωρίδα και η πανίδα είναι φτωχή καθώς η Μινωική έκρηξη δεν επέτρεψε την επιβίωση καμιάς μορφής ζωής στο χώρο. Τα δέντρα σπανίζουν τόσο λόγω της έλλειψης του νερού όσο και λόγω του δυνατού αέρα.
Η μορφολογία των ακτών του νησιού ελέγχεται από την ύπαρξη της καλδέρας: στο εσωτερικό της βρίσκονται κατακόρυφες βραχώδεις δύσβατες ή άβατες ακτές. Στην εξωτερική περίμετρο του νησιού αναπτύσσονται εκτενείς ομαλές ακτές με άμμο.
Παρά το ότι οι βροχοπτώσεις είναι ελάχιστες (λιγότερο από 40 εκατοστά το χρόνο), τα κατώτερα στρώματα της «Μινωικής» κίσσηρης στη Θήρα φιλοξενούν ένα ανοικτό προς τη θάλασσα υδροφόρο ορίζοντα. Το νησί κάλυπτε παλαιότερα τις ανάγκες του σε νερό με μια σειρά γεωτρήσεις. Η συνεχής υπεράντληση οδήγησε στην εισβολή της θάλασσας στον υδροφόρο, με αποτέλεσμα την πολύ χαμηλή ποιότητα του νερού που αντλείται σήμερα. Σημαντική ποσότητα νερού παράγεται από μονάδες αφαλάτωσης με αντίστροφη ώσμωση του θαλασσινού νερού. Υπάρχουν επίσης αρκετές πηγές θερμού νερού.
Στη Σαντορίνη η ανθρώπινη παρουσία φαίνεται να διακόπτεται μόνο για 2-3 αιώνες, μεταξύ 1600-1300 π.Χ., λόγω της «Μινωικής» έκρηξης. Όλο το υπόλοιπο διάστημα λειτουργεί ως σπουδαίο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο. Η αγροτική παραγωγή ήταν πάντα σοβαρά αναπτυγμένη, παρά την έλλειψη νερού. Το θαυμάσιο σαντορινιό κρασί ήταν το βασικό αγροτικό προϊόν. ‘Όμως η κύρια πλουτοπαραγωγική πηγή ήταν πάντα ο εμπορικός της στόλος. Οι σαντορινιοί έμποροι και καραβοκύρηδες έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη διακίνηση των αγαθών της ανατολικής Μεσογείου από την εποχή του χαλκού έως και τον προηγούμενο αιώνα. Στην αρχή του 20ου αιώνα εγκαταστάθηκαν ορισμένες μεταποιητικές επιχειρήσεις (επεξεργασία ντομάτας και κλωστοϋφαντουργία) που λειτούργησαν κερδοφόρα για μερικές δεκαετίες.
Ο πληθυσμός του νησιού αριθμούσε πάντα αρκετές χιλιάδες κατοίκους. Ο καταστροφικός σεισμός του 1956 προκάλεσε μαζική μετανάστευση, κυρίως προς την Αθήνα. Το νησί αρχίζει να αναπτύσσεται ξανά μετά το 1970, όταν εκδηλώνεται και το έντονο τουριστικό ενδιαφέρον, παράλληλα με την έναρξη των αρχαιολογικών ανασκαφών στο Ακρωτήρι. Οι σημερινοί μόνιμοι κάτοικοι είναι περίπου 25.000.
Η οικονομία της Σαντορίνης βασίζεται κυρίως στην τουριστική βιομηχανία, η οποία αναπτύχθηκε αλματωδώς τα τελευταία 30 χρόνια. Τα ευρήματα των ανασκαφών του οικισμού της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στο Ακρωτήρι και το μοναδικό τοπίο των πρανών της καλδέρας την καθιέρωσαν ως τουριστικό θέρετρο υψηλού επιπέδου. Η εξορυκτική δραστηριότητα έχει, ευτυχώς, απαγορευτεί τα τελευταία 40 χρόνια. Η αγροτική παραγωγή έχει περιοριστεί κυρίως στο φημισμένο σαντορινιό κρασί.
Στη συνέχεια περιγράφονται σύντομα οι πιο ενδιαφέρουσες 8 διαδρομές του νησιού, με κύριο γνώμονα τη γεωλογία του χώρου.
Για τη βέλτιστη κατανόηση του γεωλογικού χώρου είναι χρήσιμο να έχετε μαζί τον απλοποιημένο γεωλογικό χάρτη της περιοχής, και τις σχετικές διαδρομές, που μπορείτε να προμηθευτείτε από τον αντίστοιχο φάκελο στον δικτυακό τόπο https://geotreasures.eagme.gr/
Πριν ξεκινήσετε κάθε διαδρομή, διαβάστε προσεκτικά τη σχετική πληροφόρηση, και ακολουθήστε τις οδηγίες του «Οδηγού συμπεριφοράς του περιπατητή» που επίσης βρίσκονται στον ίδιο δικτυακό τόπο.
Τα ηφαίστεια της Σαντορίνης
Τα πετρώματα που προϋπήρχαν της ηφαιστειακής δράσης στο χώρο, αυτό που ονομάζουμε προ-ηφαιστειακό υπόβαθρο, εμφανίζεται στη νότιο-ανατολική Θήρα. Αυτό αποτελείται από ασβεστόλιθους και σχιστόλιθους, που οικοδομούν το βουνό του Προφήτη Ηλία, το λόφο του Γαβρίλου και τα πρανή του Αθηνιού. Πρόκειται για πετρώματα ηλικίας μεγαλύτερης των 100 εκατομμυρίων ετών, αντίστοιχα με αυτά που εμφανίζονται στα γειτονικά νησιά της Ίου και της Ανάφης (βλ. εικόνα Τα στάδια της δημιουργίας του ηφαιστειακού πεδίου της Σαντορίνης).
Η πρώτη ηφαιστειακή δραστηριότητα εκδηλώνεται στην ευρύτερη περιοχή της Σαντορίνης πριν 2,5 εκατομμύρια χρόνια περίπου, νοτιοδυτικά της Σαντορίνης και δημιουργεί ένα μεγάλο ηφαιστειακό οικοδόμημα. Η ομάδα των νησίδων των Χριστιανών, η Χριστιανή, η Ασκανιά και η Εσχάτη ή Μέρμηγκας είναι ότι απέμεινε μετά τον κατακερματισμό, τη μερική βύθιση και τη διάβρωση αυτού του ηφαιστείου.
Στη στενή περιοχή του νησιώτικου συμπλέγματος της Σαντορίνης η πρώτη ηφαιστειακή υποθαλάσσια δράση εκδηλώνεται πριν περίπου 1 εκατομμύριο χρόνια. Τη θέση τόσο των πρώτων ηφαιστειακών κέντρων στην περιοχή, όσο και όλων των επόμενων ηφαιστειακών κέντρων του χώρου της Σαντορίνης, την ελέγχει μια βαθιά τεκτονική γραμμή, ένα μεγάλο ρήγμα στο φλοιό της γης το οποίο ξεκινά από τα Χριστιανά και καταλήγει στην Αμοργό. Αυτή είναι η κύρια βαθιά δίοδος, η οποία επιτρέπει στο μάγμα να ανέλθει στην επιφάνεια.
Το ρήγμα αυτό παραμένει ενεργό μέχρι σήμερα και είναι εκείνο το οποίο έδωσε το μεγαλύτερο μικρού βάθους σεισμό του αιώνα στο Αιγαίο, το σεισμό του 1956 που κατέστρεψε μεγάλο μέρος των οικισμών της Σαντορίνης. Κοντά στην επιφάνεια το ρήγμα διακλαδίζεται σε δύο κύριες ηφαιστειο-τεκτονικές ενεργές γραμμές, τη γραμμή Κουλούμπου και τη γραμμή Καμένης. Κατά μήκος αυτών των γραμμών εντοπίζονται τα κέντρα όλων των ηφαιστειακών δράσεων τουλάχιστον τα τελευταία 200.000 χρόνια.
Τα παλαιότερα ηφαιστειακά κέντρα της Σαντορίνης εντοπίζονται στη νοτιοδυτική Θήρα, στην περιοχή του Ακρωτηρίου. Τα πρώτα ηφαιστειακά προϊόντα αποτίθενται σε μια θάλασσα βάθους 200-300 μέτρων. Με τη συσσώρευση των ηφαιστιτών και τη θερμική αναθόλωση της περιοχής φτάνουν τα ηφαιστειακά κέντρα να χερσεύουν κατά το τέλος της πρώιμης ηφαιστειακής δράσης στη Σαντορίνη και να σχηματίζουν τους σημερινούς λόφους του Ακρωτηρίου, από το Φάρο ως τον Αρχάγγελο. Οι πλέον αξιόπιστες ηλικίες, όπως προέκυψε από ραδιοχρονολόγηση των πρώτων χερσαίων λαβών με τη μέθοδο του καλίου – αργού, είναι μεταξύ 645.000 και 586.000 ετών πριν.
Στη συνέχεια, η ηφαιστειακή δράση μετατοπίζεται βορειότερα, στην περιοχή της σημερινής βόρειας Θήρας. Εκεί οικοδομεί ένα μεγάλο ασπιδόμορφο ηφαίστειο μεταξύ 530.000 και 430.000 ετών πριν, το ηφαίστειο του Περιστεριού (οι κύριες εμφανίσεις εντοπίζονται σήμερα γύρω από τον όρμο Περιστέρια). Το ύψος του δεν ξεπερνούσε τα 400 μέτρα και το υψηλότερο σημείο που εμφανίζονται σήμερα οι λάβες του είναι ο Μικρός Προφήτης. Παράλληλα με τη δράση του μεγάλου αυτού ηφαιστείου δραστηριοποιούνται και μικρά ηφαιστειακά κέντρα νοτιότερα από αυτό, γύρω από το τότε νησί του Ακρωτηρίου. Ο Μπάλος, η Κοκκινόπετρα και το Μαυροραχίδι (η Κόκκινη παραλία), είναι τρία από αυτά τα μικρά κέντρα, με ηλικίες μεταξύ 520.000 και 345.000 έτη πριν.
Αυτή είναι η εποχή που αρχίζουν οι μεγάλες εκρήξεις στη Σαντορίνη. Περίπου κάθε 30.000 χρόνια από τότε εκδηλώνεται ένα τεράστιο εκρηκτικό γεγονός που τινάζει δισεκατομμύρια τόνους ηφαιστειακής τέφρας στον αέρα. Μικρό μόνο μέρος από αυτό το υλικό αποτίθεται στη Σαντορίνη, δημιουργώντας τα αλλεπάλληλα στρώματα τέφρας που καλύπτουν όλη την περιοχή και οικοδομούν μεγάλο μέρος της. Ο κυριότερος όγκος στάχτης καταλήγει στη βαθιά θάλασσα ενώ η λεπτότερη τινάζεται δεκάδες χιλιόμετρα ψηλά και ταξιδεύει σε όλο τον πλανήτη. Ορίζοντες λεπτής στάχτης από αυτές τις εκρήξεις έχουν βρεθεί σε ιζήματα της Μεσογείου.
Η καταστροφικότερη δράση αυτών των εκρήξεων είναι η κατακρήμνιση του προϋπάρχοντος ηφαιστείου και η δημιουργία καλδέρας. Καθώς δεκάδες κυβικά χιλιόμετρα μάγμα έχουν τιναχθεί στον αέρα, κενώνεται ο μαγματικός θάλαμος και τα πετρώματα που βρίσκονται πάνω από αυτόν κατακρημνίζονται σε βάθη αρκετών χιλιομέτρων δημιουργώντας μια καλδέρα, μια τεράστια εκρηξιγενή χοάνη η οποία αμέσως κατακλύζεται από τη θάλασσα. Μέσα στην κοιλότητα αυτή, συνεχίζει μετά την έκρηξη να αναβλύζει -ήπια πια- το μάγμα και σιγά-σιγά την πληρεί και αρχίζει να οικοδομεί ένα χερσαίο όρος, ένα νέο ηφαιστειακό οικοδόμημα.
Αυτός ο κύκλος καταστροφής και ανοικοδόμησης του ηφαιστείου επαναλήφθηκε στη Σαντορίνη 12 φορές τα τελευταία 360.000 χρόνια. Έτσι, ενώ τα παχιά στρώματα της τέφρας πιστοποιούν τις μεγάλες εκρήξεις, οι όγκοι των συμπαγών λαβών που ενδιαστρώνονται σε αυτά είναι μάρτυρες της οικοδόμησης των ηφαιστειακών κέντρων τα οποία κατόπιν κατακρημνίστηκαν από τις εκρήξεις αυτές.
Η έκρηξη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού
Η τελευταία από τις μεγάλες εκρήξεις εκδηλώνεται στην περιοχή της Σαντορίνης το 1614 π.Χ. Αυτή προαναγγέλλεται από μία έντονη σεισμική κρίση η οποία εκδηλώνεται μικρό σχετικά χρονικό διάστημα, λίγες δεκάδες ημέρες, πριν από την έναρξη της έκρηξης. Μεγάλου μεγέθους συχνές σεισμικές δονήσεις καταστρέφουν τις κατοικίες και καθιστούν πολύ δύσκολη τη ζωή στο νησί.
Η καταστροφική ηφαιστειακή δράση αρχίζει με δύο μικρά εκρηκτικά γεγονότα. Το πρώτο τινάζει στον αέρα μικρή ποσότητα λευκής ελαφρόπετρας. Το δεύτερο, τινάζει λεπτή κίτρινη σκόνη, μαζί με μεγάλες ποσότητες υδρατμών. Αυτή η κίτρινη λάσπη εγκλωβίζει φύλλα ελιάς και μεγάλο ποσοστό κόκκων γύρης από ελιές και κωνοφόρα δέντρα. Αυτό υποδεικνύει την άνοιξη ως την εποχή κατά την οποία εκδηλώνεται η έκρηξη, γεγονός που υποστηρίζεται και από τα συμπεράσματα των αρχαιολόγων οι οποίοι εργάζονται στην ανασκαφή του Ακρωτηρίου.
Στη συνέχεια, και χωρίς καμιά αξιόλογη διακοπή, η ηφαιστειακή δράση κορυφώνεται σε μία τεράστια έκρηξη, από τις μεγαλύτερες που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα τα τελευταία 10.000 χρόνια. Τέσσερις φάσεις καταγράφονται στους μηχανισμούς απόθεσης των προϊόντων της έκρηξης.
Κατά την πρώτη φάση, δημιουργείται μια μεγάλη εκρηκτική στήλη από τέφρα από την οποία καταπίπτουν τα στρώματα αδρόκοκκης ελαφρόπετρας που βρίσκονται στη βάση της Μινωικής τέφρας (αποθέσεις πτώσης). Το ύψος της στήλης φτάνει στα 30 με 40 χιλιόμετρα και οι άνεμοι της στρατόσφαιρας, που στην περιοχή έχουν ανατολική – νότιο-ανατολική φορά, μεταφέρουν την κύρια ομπρέλα της στάχτης προς αυτή την κατεύθυνση. Η πρώτη φάση διαρκεί περίπου 4-6 ώρες.
Η διάβρωση και διάνοιξη του πόρου της έκρηξης, ο οποίος βρισκόταν πάνω σε μια νησίδα στο κέντρο της καλδέρας αντίστοιχο των σημερινών Καμένων, μεταξύ της σημερινής νέας Καμένης και του Σκάρου, επιτρέπει στο θαλασσινό νερό να εισχωρήσει στον κρατήρα και να έρθει σε επαφή με το διάπυρο μάγμα. Η τεράστια κινητική ενέργεια που ελευθερώνεται από την εξάτμιση του νερού κονιορτοποιεί μεγάλες ποσότητες μάγματος και τις εκτινάσσει με μεγάλες ταχύτητες (80-200 μέτρα ανά δευτερόλεπτο) καλύπτοντας όλη την περιοχή με λεπτόκοκκη στρωμένη λευκή στάχτη. Η δεύτερη αυτή φάση διευρύνει ακόμη περισσότερο τον κρατήρα της έκρηξης δίνοντας τη δυνατότητα σε όλο και περισσότερο θαλασσινό νερό να εισέρχεται σε αυτόν.
Έτσι περνάμε στην τρίτη φάση, όπου εκτοξεύονται μεγάλες ποσότητες στάχτης με μορφή θερμών λασποροών και οικοδομούν ένα μεγάλο δακτύλιο τόφφων, έως ότου απομονώσουν τον κρατήρα από τη θάλασσα. Εν τω μεταξύ ο κρατήρας έχει διευρυνθεί πολύ, και λόγω της κένωσης του μαγματικού θαλάμου από το μάγμα που έχει εκφορτωθεί, αρχίζει η κατάρρευση της οροφής του ηφαιστειακού οικοδομήματος.
Αρχίζει τότε η τέταρτη φάση, όπου πυρακτωμένα νέφη θρυμματισμένου μάγματος εκτινάσσονται ως πύρινοι πίδακες από διάφορες ρωγμές του κρατήρα – καλδέρας και χύνονται στις πλαγιές του κώνου που έχει δημιουργηθεί από την τρίτη φάση. Συνολικά, μέσα σε λίγες ημέρες (4-6) τινάζονται στον αέρα πάνω από 100 δισεκατομμύρια τόνοι λιωμένο πέτρωμα. Η ελαφρόπετρα και η ηφαιστειακή στάχτη που παράγεται καλύπτει ολοκληρωτικά το εναπομένων νησί με ένα λευκό σάβανο πάχους δεκάδων μέτρων και δημιουργεί όλες τις επίπεδες επιφάνειές του στις βόρειες και ανατολικές ακτές της Θήρας και τις δυτικές ακτές της Θηρασίας.
Η λεπτόκοκκη ηφαιστειακή στάχτη (ή σποδός), ταξιδεύοντας στον αέρα προς τα ανατολικά, απλώνεται σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και τη Μικρά Ασία αποθέτοντας στρώμα στάχτης 30 εκατοστών πάχους στη Ρόδο - Κω και 15 εκατοστών σε λίμνες της Μικράς Ασίας. Η πολύ λεπτή στάχτη και τα σταγονίδια θειικού οξέος εισέρχονται στη στρατόσφαιρα (σε ύψη μεγαλύτερα των 15 χλμ.) και σκεπάζουν με το πέπλο τους όλο τον πλανήτη.
Η κατακρήμνιση του ηφαιστείου μέσα στην τεράστια υπόγεια σπηλιά που δημιουργείται από την εκτίναξη του λιωμένου πετρώματος, η οποία δημιουργεί τη σημερινή καλδέρα της Σαντορίνης, καθώς και η προηγούμενη είσοδος στη θάλασσα πλήθους πυροκλαστικών ρευμάτων τέφρας, προκαλούν μια σειρά παλιρροϊκά κύματα (τσουνάμι) που σαρώνουν τις ακτές του Αιγαίου και τα παράλια της ανατολικής Μεσογείου.
Η ιστορική ηφαιστειακή δράση
Από το 1614 π.Χ. ως το 197 π.Χ. εκδηλώνονται περιοδικά πλήθος μικρές εκρήξεις και εκχύσεις που δομούν ένα μεγάλο υποθαλάσσιο ηφαιστειακό βουνό, κορυφές του οποίου είναι οι Καμένες.
Η πρώτη χερσαία δράση καταγράφεται το 197 π.Χ. από το σπουδαίο Έλληνα γεωγράφο Στράβωνα, και δημιουργεί τη νησίδα Ιερά, η οποία κατόπιν διαβρώνεται από τα κύματα και καταγράφεται ως ο ύφαλος Μπάγκος. Στη συνέχεια έχουν καταγραφεί 8 ακόμη εκρήξεις (46-47 μ.Χ., 726, 1570-1573, 1707-1711, 1866-1870, 1925-1928, 1939-1941, 1950) οι οποίες οικοδόμησαν τις Καμένες, τη νεότερη χέρσο της ανατολικής Μεσογείου.
Δύο εκρήξεις, το 46-47 μ.Χ. η πρώτη και το 726 η δεύτερη, δημιουργούν την τότε Θεία, τη σημερινή Παλαιά Καμένη.
Η έκρηξη του 726 ήταν ιδιαίτερα ισχυρή, διατάραξε σοβαρά την οικονομική και κοινωνική ζωή του Αιγαίου και ερμηνεύτηκε σαν ένδειξη της οργής του Θεού στη διαμάχη εικονοκλαστών - εικονολατρών, που την εποχή εκείνη ταλάνιζε τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.
Η επόμενη έκρηξη, το 1570-1573, δημιουργεί τη Μικρή Καμένη, το πρώτο τμήμα της σημερινής Νέας Καμένης.
Η έκρηξη του 1707-1711 δημιουργεί ένα δεύτερο νησάκι δίπλα στη Μικρή Καμένη, που του δίνεται το όνομα Νέα Καμένη.
Η έκρηξη του 1866-1870 παράγει μεγάλες ποσότητες λάβας και αυξάνει σημαντικά την Νέα Καμένη.
Η έκρηξη του 1925-1928 ενοποιεί τις νησίδες Νέα και Μικρή Καμένη, περίπου στη μορφή που έχει η Νέα Καμένη σήμερα. Καταγράφεται μεγάλη και θεαματική εκρηκτική δραστηριότητα, που δεν δημιουργεί όμως σοβαρά προβλήματα στους Θηραίους.
Η έκρηξη του 1939-1941 δημιουργεί τις σημερινές κορυφές της Νέας Καμένης, ενώ η τελευταία έκρηξη, αυτή του 1950, προσθέτει μόνο ένα μικρό λοφίσκο κοντά στην κορυφή της.
Μετά την έκρηξη του 1950, το ηφαίστειο βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας, με το μάγμα να είναι αποθηκευμένο σε ρηχούς μαγματικούς θαλάμους κάτω από τις Καμένες.


Γεωδιαδρομή 1
Γεωδιαδρομές
Απόσταση:
1.44 χιλ.
Υψόμετρο:
9-111 μ.
Διάρκεια:
40 λεπτά


Γεωδιαδρομή 2
Γεωδιαδρομές
Απόσταση:
9.14 χιλ
Υψόμετρο:
0-100 μ.
Διάρκεια:
216 λεπτά


Γεωδιαδρομή 3
Γεωδιαδρομές
Απόσταση:
21.64 χιλ.
Υψόμετρο:
1-43 μ.
Διάρκεια:
505 λεπτά


Γεωδιαδρομή 4
Γεωδιαδρομές
Απόσταση:
5.53 χιλ.
Υψόμετρο:
11-256 μ.
Διάρκεια:
144 λεπτά


Γεωδιαδρομή 5
Γεωδιαδρομές
Απόσταση:
19.21 χιλ.
Υψόμετρο:
5-336 μ.
Διάρκεια:
441 λεπτά


Γεωδιαδρομή 6
Γεωδιαδρομές
Απόσταση:
12.52 χιλ.
Υψόμετρο:
0-255 μ.
Διάρκεια:
311 λεπτά


Γεωδιαδρομή 7
Γεωδιαδρομές
Απόσταση:
81.63 χιλ.
Υψόμετρο:
0-255 μ.
Διάρκεια:
1649 λεπτά